Recent Articles
Home » Posts filed under Άρθρα Ιωάννη Μπιτσίμη -Οικονομολόγου
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρα Ιωάννη Μπιτσίμη -Οικονομολόγου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρα Ιωάννη Μπιτσίμη -Οικονομολόγου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012
Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012
- 0 Comments
Άρθρο του Ιωάννη Μπιτσίμη-Οικονομολόγου
Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να ξεκινήσω
μια τριλογία άρθρων: νόμισμα-προσφορά
νομίσματος από τις εκδοτικές αρχές-τράπεζα.
Ξεκινώντας το πρώτο άρθρο μου θα
προσπαθήσω με λίγα λόγια να εκφράσω τις
βασικές λειτουργίες του νομίσματος ως
κοινωνικού αγαθού είτε στην αρχική του
φυσική-μεταλλική μορφή, είτε μετέπειτα
στην σημερινή του μορφή ως χαρτονόμισμα
και την ιστορική πορεία μετεξέλιξης
του.
Το
νόμισμα είναι ένα μέσο
που παλαιότερα εσώκλειε αυτούσιο τον
πλούτο λόγω της φύσης του (πχ: νομίσματα
από πολύτιμα μέταλλα) και συνήθως ήταν
ένα αντικείμενο άφθαρτο για να διατηρείται
έτσι η αγοραστική αξία μέσω αυτού όσο
το δυνατόν περισσότερο. Με αυτόν τον
τρόπο η αγοραστική δύναμη διατηρείται
όχι αυθαίρετα αλλά σταθερά στον χρόνο
επιτρέποντας έτσι τις άμεσες συναλλαγές
μεταξύ των εταιριών οι οποίες λόγω της
παραγωγικής φύσης τους έχουν προσφορά
και ζήτηση των προϊόντων τους διαφορετικές
σε ποσότητα, ποιότητα και χρονική περίοδο
καθώς επίσης και του διακανονισμού των
χρεών. Στην αρχή τα νομίσματα είχαν
μεταλλική υφή και κυρίως παραγόταν από
πολύτιμα μέταλλα επιτρέποντας έτσι την
εύκολη κυκλοφορία τους, την κοπή τους
και την χρησιμοποίηση τους για τις
συναλλαγές μεταξύ των πολιτών και των
εταιριών. Στην μετέπειτα πορεία ιστορικές
συγκυρίες επέτρεψαν την βαθμιαία
αντικατάσταση των νομισμάτων από
μεταλλική σε χάρτινη υφή (χαρτονομίσματα)
η οποία είχε την λειτουργία εμπορικής
πίστης και αντιπροσώπευε παθητικό σε
σχέση με το ινστιτούτο έκδοσης τους
(εθνική κεντρική ή άλλη ιδιωτική τράπεζα)
το οποίο εγγυόταν (άρα νομικώς είναι
οφειλή)-αν και σπάνια-την μετατροπή τους
σε μεταλλικό νόμισμα όπως συνηθιζόταν
να αναγράφεται (στην Ελλάδα μεταλλικές
δραχμές). Κοινωνικοί-πολιτικοί
(χρηματοδότηση πολέμων) και οικονομικοί
(τόνωση της οικονομίας και αύξηση του
ρυθμού και του αριθμού των συναλλαγών)
λόγοι κατέστησαν την ποσότητα του
νομίσματος που κυκλοφορούσε μεγαλύτερη
την ποσότητα χρυσού που κατείχαν σαν
αποθεματικό τους οι τράπεζες και τα
κρατικά ταμεία ώσπου στο τέλος με νόμο
επιβλήθηκε η πληρωμή των υποχρεώσεων
σε χαρτονομίσματα και όχι πλέον σε
χρυσό. Άμεσα γίνεται αντιληπτή επομένως
η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των κατόχων
του νομίσματος και της αρχής έκδοσης
του: τα δυνατά νομίσματα είναι αυτά τα
οποία ο κόσμος τα εμπιστεύεται γιατί
ακριβώς εμπιστεύεται την χώρα έκδοσης
τους. Για το Ίδρυμα έκδοσης του καθενός
νομίσματος λοιπόν γεννάται το πρωταρχικό
πρόβλημα της αμοιβαίας και σταθερής
εγκαθίδρυσης σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ
του ιδίου και των κατόχων για το πώς
μπορεί να εμπνεύσει σιγουριά στο να
κατέχει κανείς το συγκεκριμένο νόμισμα
και όχι κάποιο άλλο. Αυτό το πρόβλημα
μπορεί να λυθεί με δυο τρόπους. Ο πρώτος
είναι να επενδύει το σύστημα αυτό σε μη
απαιτητά κεφάλαια (ακίνητη περιουσία)
δηλαδή σε πραγματική οικονομία η οποία
δεν χάνει την αξία της παρά μόνο αν πάψει
να χρησιμοποιείται ενισχύοντας έτσι
την εμπιστοσύνη για την φερεγγυότητα
του. Ο δεύτερος και ίσως πιο σημαντικός,
είναι να εγγυάται την μετατροπή του
νομίσματος σε άλλου είδους νόμισμα ή
χρυσό χωρίς προβλήματα και μεταπτώσεις
της τιμής της συναλλαγής.
Το
1944 η
συμφωνία
του Bretton
Woods
πρόσδεσε μια σταθερή ισοτιμία στα εθνικά
νομίσματα έναντι του δολαρίου, το οποίο
ήταν μετατρέψιμο σε χρυσό με την εξίσου
σταθερή ισοτιμία των 35 δολαρίων ΗΠΑ ανά
ουγκιά χρυσού. Το σύστημα των σταθερών
συναλλαγματικών ισοτιμιών με βάση
αναφοράς το δολάριο περιόριζε σημαντικά
την ελεύθερη κυκλοφορία των βραχυπρόθεσμων
κεφαλαίων και συνέβαλε στην άνθηση της
παγκόσμιας οικονομίας μέχρι τις αρχές
της δεκαετίας του 1970. Το 1971 διακηρύχθηκε
η εγκατάλειψη του συγκεκριμένου
συστήματος. Το δολάριο των ΗΠΑ έπαψε
πλέον να είναι μετατρέψιμο σε χρυσό,
και ως εκ τούτου δεν υπήρχε και λόγος
να υπάρχει χρυσός “σε αντίκρισμα”! Με
την ιστορική συμφωνία του Bretton
Woods,
δημιουργήθηκαν όμως και οι δύο βασικοί
θεσμοί που σημάδεψαν το μεταπολεμικό
διεθνές σύστημα: το Διεθνές Νομισματικό
Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα. Βεβαίως
η κατοχή χρυσού δεν εξέλειψε ποτέ από
τα ινστιτούτα έκδοσης –αν και σαφώς
μειωμένος σε σχέση με το παρελθόν (ο
συνολικός χρυσός που κατέχουν οι
κεντρικές τράπεζες και οι διεθνείς
νομισματικοί οργανισμοί κυμαίνεται
γύρω στους 35.000 τόνους και αντιστοιχεί
στο ¼ του συνολικού χρυσού που έχει
παραχθεί παγκοσμίως ως τώρα). Ένα
σημαντικό στοιχείο που προκύπτει είναι
ότι η υποχρέωση του ινστιτούτου έκδοσης
νομίσματος είναι μόνο ονομαστική (και
όχι πραγματική) βάσει της οποίας η
κεντρική τράπεζα μπορεί πάντα να
ελευθερώνεται από τις υποχρεώσεις της
πληρώνοντας σε νόμισμα που αυτή εκδίδει
ακριβώς εξαιτίας της υποχρεωτικής
κυκλοφορίας του νομίσματος. Συχνά οι
(μάκρο-)οικονομολόγοι χρησιμοποιούν
τον όρο νομισματική βάση Μ1 η οποία είναι
ένα χρηματοοικονομικό άθροισμα αξιών
και περιλαμβάνει τα εθνικά νομίσματα
σε κυκλοφορία, μαζί με τους ανοιχτούς
τραπεζικούς λογαριασμούς (από τους
οποίους μπορούν να εκδοθούν άμεσα
επιταγές) και τις πιστωτικές κάρτες.
Σημαντικό
ρόλο στην δημιουργία του
χρήματος παίζει η εκάστοτε εθνική ή
υπερεθνική κεντρική τράπεζα έκδοσης
του (σε συνεργασία με το κράτος). Η
χρησιμοποίηση ενός νομισματικού μέσου
ως μέσο πληρωμής και μονάδα λογαριασμού
το οποίο θα είναι αποδεκτό από όλα τα
οικονομικά μέλη ενός συνόλου αποτελεί
μια βασική προϋπόθεση για τις διεθνείς
συναλλαγές: χωρίς ένα μέσο πληρωμής το
οποίο θα αποτελεί και βάση υπολογισμού
(βλ. δολάριο) το διεθνές εμπόριο θα
επέστρεφε στις εποχές της απλής ανταλλαγής
προϊόντων μεταξύ των ανθρώπων. Το βασικό
πρόβλημα σε μια τέτοια ανταλλακτική
οικονομία οφείλεται στο γεγονός ότι
ένα άτομο που θα ήθελε να αποκτήσει
κάποιο αγαθό δεν θα ήξερε αν το αγαθό
που προσφέρει ως αντάλλαγμα θα είναι
αποδεκτό από την άλλη πλευρά η οποία
προσφέρει κάποιο άλλο αγαθό. Και αυτή
η αναζήτηση ενός τέτοιου ατόμου το οποίο
θα είχε την ίδια διπλή συμμετρική
επιθυμία της ανταλλαγής να αποκτήσει
το συγκεκριμένο αγαθό σε προσφορά
αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη προβλήτα
της (μικρο)οικονομίας και συνεπάγεται
υψηλά κόστη εμποδίζοντας έτσι το διεθνές
εμπόριο. Πολλά είναι τα πλεονεκτήματα
του νομίσματος και της χρήσης του
παγκοσμίως ενώ η καθιέρωση ενός παγκοσμίου
νομίσματος καθίσταται σχεδόν αδύνατη
γιατί τα κράτη θα στερηθούν ενός πολύτιμου
εργαλείου για να βελτιώνουν ενίοτε την
αποτελεσματικότητα των μακροοικονομικών
ελιγμών (πληθωρισμός και εξαγωγές).
Το
πρώτο χαρακτηριστικό του νομίσματος
είναι ότι αποτελεί ένα αγαθό-κοινωνικό
αγαθό, αυτό σημαίνει πως τα πλεονεκτήματα
για το άτομο προέρχονται από το γεγονός
ότι και άλλοι μαζί με αυτό το χρησιμοποιούν
από κοινού.
Το
νόμισμα δεν έχει καμία χρησιμότητα όταν
χρησιμοποιείται δηλαδή μόνο από ένα
άτομο: για να έχει χρησιμότητα για ένα
άτομο (αξία) είναι αναγκαίο να το
χρησιμοποιούν όσο πιο πολλοί(πολύ)
γίνεται, μάλιστα όσο πιο ευρύ είναι το
σύνολο των ατόμων που το χρησιμοποιούν
άλλο τόσο μεγάλη θα είναι και η αξία του
για το άτομο.
Το
δεύτερο χαρακτηριστικό του νομίσματος
που το κάνει ένα ιδιαίτερο κοινωνικό
αγαθό είναι ότι ο κάτοχος του μπορεί
εύκολα να αναγκαστεί να ΄΄συνεισφέρει΄΄
με δικά του κόστη για να το κρατήσει
στην κατοχή του (μια περίπτωση κόστους
είναι η έννοια του πληθωρισμού η οποία
μειώνει την τιμή της ονομαστικής αξίας
του χρήματος) με το να παραιτηθεί της
προοπτικής καταβολής τραπεζικών τόκων
από την επένδυση αυτού του ποσού σε
κάποια τράπεζα ή μερισμάτων από την
επένδυση του ποσού σε παραγωγικές
διαδικασίες στην πραγματική οικονομία.
Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012
Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012
- 0 Comments
(Α) ΣΧΕΣΗ ΑΝΕΡΓΙΑΣ-ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΥ,
(Β) ΣΧΕΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ,
(Γ) ΣΧΕΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ
Σε μια ανοιχτή οικονομία ισχύει ότι:
(Α) Τη χρονική περίοδο t η σχέση ποσοστού πληθωρισμού (Πt), του προσδοκόμενου ποσοστού του πληθωρισμού την περίοδο t (Πtⁿ) και ανεργίας (ut) δίνεται ως:
Πt = Πtⁿ + (μ+z) - α·ut
Ως γνωστό το ποσοστό πληθωρισμού (Πt) ορίζεται ως το ποσοστό μεταβολής των τιμών του τρέχοντος έτους t σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ ο παράγοντας α δείχνει (αρνητικά) πόσο επηρεάζεται ο πληθωρισμός από την ανεργία. Τέλος, μ ή mark-up είναι η αναπροσαρμογή τιμών από τις εταιρίες (κοινώς καπέλο) και z το επίπεδο μισθών. Έτσι, ο τύπος αυτός μας δείχνει ότι ο πληθωρισμός εξαρτάται ανάλογα από τον προσδοκόμενο πληθωρισμό και αντιστρόφως ανάλογα από την ανεργία.
* Ένας μεγαλύτερος προσδοκόμενος πληθωρισμός συνεπάγεται ένα μεγαλύτερο σημερινό πραγματικό πληθωρισμό. Φόβοι για πιθανές οικονομικές κρίσεις, κατευθυνόμενα άστοχα δημοσιεύματα, απαισιόδοξες και ελεγχόμενες καιροσκοπικές δηλώσεις και προβλέψεις επηρεάζουν επομένως την οικονομία και ιδιαιτέρα την καθημερινή ζωή των πολιτών μιας χώρας. Μια άβουλη κυβέρνηση έρχεται να επιτείνει το πρόβλημα αυτό.
* Όσο μεγαλύτερο είναι το μ ή mark-up ή όσο μεγαλύτερο είναι z το επίπεδο μισθών ,δηλαδή οι μισθοί , τόσο πιο μεγάλος είναι ο πραγματικός πληθωρισμός σε μια χώρα. Ο πληθωρισμός καλπάζει και τα προϊόντα είναι ακριβά όταν οι εταιρίες αισχροκερδούν εκμεταλλευόμενες την μεγάλη ζήτηση ενός κοινού που έχει αρκετά χρήματα για να ξοδέψει ή όταν η χώρα αναγκάζεται να εισάγει ακριβά προϊόντα.
* Όσο μεγαλύτερη είναι η ανεργία ή οι μισθοί είναι πιο χαμηλοί, τόσο χαμηλότερος είναι ο πληθωρισμός. Λογικό αφού οι χαμηλότεροι μισθοί θα αναγκάσουν τις επιχειρήσεις να ρίξουν κοινώς τις τιμές λόγω χαμηλότερης ζήτησης. Βεβαίως, από την υψηλή ανεργία και κατά συνεπεία τον χαμηλό πληθωρισμό βγαίνει κερδισμένος συνήθως εκείνος ο οποίος έχει υψηλές τραπεζικές καταθέσεις, λαμβάνει σταθερά εισοδήματα, εμβάσματα από το εξωτερικό και κάθε άλλου λογής χρηματικές αποδόσεις οι οποίες ως γνωστό φθείρονται από τον πληθωρισμό, ενώ με την οικονομική άνεση που τον διακατέχει μπορεί εύκολα να αγοράσει εργατικό δυναμικό σε συμφέρουσες συνθήκες .
(Β) Σε μια οικονομία σε ισορροπία όπου η ζήτηση των αγαθών ισούται με την προσφορά τους συμφώνα με την εξίσωση IS, καθώς επίσης και η νομισματική προσφορά ισούται με την ζήτηση του νομίσματος συμφώνα με την εξίσωση LM, η συνολική ζήτηση εξαρτάται:
* ανάλογα από την ιδιωτική κατανάλωση C (Y – T), η οποία με την σειρά της εξαρτάται από το κατά κεφαλήν εισόδημα Υ των πολιτών και μειώνεται με την φορολογία Τ.
* ανάλογα από το επίπεδο των επενδύσεων I (Y, i), τα οποία μειώνονται από τον πληθωρισμό και τα επιτόκια δανεισμού i.
ανάλογα από την προσφορά του νομίσματος M/P από την κεντρική τράπεζα (=κρατικά ομόλογα),
* ανάλογα από τις δημόσιες δαπάνες G,
* αντιστρόφως ανάλογα από την φορολογία Τ
* και αντιστρόφως ανάλογα από τα επιτόκια δανεισμού i.
μαθηματικά ως:
IS: Y = C (Y – T) + I (Y, i) + G Y = Y M/P, G, T
LM: M/P= YL (i) + + -
Σύμφωνα με τον νόμο του Οkun Δu = - k gyt , η μεταβολή του δείκτη ανεργίας Δu εξαρτάται αρνητικά από τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας gyt κατά ένα παράγοντα k που λέγεται συντελεστής Οkun . Αναπτύσσεται η οικονομία και άρα πληθαίνουν οι θέσεις εργασίας και κατά συνέπεια μειώνεται η ανεργία ενώ αυξάνονται και οι μισθοί.
Βάσει του νόμου okun και της συνάρτησης συνολικής ζήτησης μπορούμε να υποθέσουμε ότι εν πρωτοις η συνολική ζήτηση των αγαθών (και άρα η συνολική ακαθάριστη εγχώρια παραγωγή ενός κράτους) εξαρτάται βασικά από την πραγματική προσφορά του νομίσματος από την κεντρική τράπεζα. Άρα η μεταβολή του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος εξαρτάται από την μεταβολή της νομισματικής προσφοράς πλην τον πληθωρισμό.
* Κατά συνέπεια αύξηση της νομισματικής προσφοράς (κρατικός δανεισμός μέσω ομολόγων) αυξάνουν την εσωτερική κατανάλωση και το εγχώριο προϊόν, αντιθέτως μειώσεις του κρατικού δανεισμού μειώνουν την ζήτηση και την συνολική παραγωγή. Επομένως εάν ένα κράτος δεν μπορεί να δανειστεί ή στην προκειμένη περίπτωση της Ελλάδας δεν δανείζεται με τους όρους που αυτό θέλει είναι καταδικασμένο στην ύφεση.
(Γ) Ένα σχετικά υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα δεν είναι ούτε κακό ούτε καλό. Τα ελλείμματα ή πλεονάσματα χρησιμεύουν για να διανέμουν στον χρόνο τα δεινά της φορολογίας. Σε περιόδους δηλαδή ύφεσης , ή υψηλών δημοσίων δαπανών ο δανεισμός μπορεί να ανακινήσει την οικονομία, ενώ σε περιόδους ανάπτυξης είναι χρήσιμο οι κυβερνήσεις να δημιουργούν και να αποταμιεύουν πλεονάσματα. Η πολιτική βούληση βέβαια παίζει καθοριστικό ρολό πότε θα πάρει τις γενναίες αποφάσεις για έναν έκτακτο δανεισμό (πιθανός πόλεμος και χρηματοδότηση του, επενδυτικά προγράμματα, αλλά και κατασπατάληση δημοσίου χρήματος η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί αλλιώς παρά με εξωτερικό δανεισμό, φορτώνοντας στις μελλοντικές γενιές αυτά τα οποία καταναλώνουν οι προηγούμενες)
Έλλειμμα = r ·Bt-1 + Gt – Tt (r= i-π πραγματικά επιτόκια διορθωμένα βάσει πληθωρισμού)
Σε πραγματικούς όρους το δημοσιονομικό έλλειμμα ισούται με το πραγματικό Έλλειμμα υπολογισμένο βάσει πραγματικού επιτοκίου συν τους τόκους του συν τις τρέχουσες δημοσιονομικές δαπάνες πλην την φορολογία. Αύξηση του επιτοκίου καθώς επίσης και αύξηση των δαπανών μέσω προγραμματικών κρατικών παροχών σε συνάρτηση με μια καιροσκοπική μείωση της φορολογίας αυξάνουν κατά πολύ το δημοσιονομικό έλλειμμα. Η διαφορά Gt – Tt είναι το πρωτογενές έλλειμμα. Συνεπώς μια καιροσκοπική μείωση των φόρων τα προηγούμενα χρόνια ή μια εκτεταμένη φοροδιαφυγή προηγουμένων χρόνων συνεπάγεται περισσότερους φόρους τα επόμενα χρόνια. Για να υπάρξει λοιπόν ένα πλεόνασμα πρέπει:
* Οι κυβερνήσεις να ελέγχουν συνεχώς τα πλεονάσματα με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορούν να πληρώνουν τουλάχιστον τους τόκους του ελλείμματος και να προσπαθούν σιγά-σιγά να δημιουργούν και νέα αποθεματικά για περαιτέρω μείωση του.
* Το έλλειμμα επομένως και η συσσώρευση τους είναι πολιτική βούληση των κυβερνήσεων οι οποίες πρέπει να πάρουν γενναίες αποφάσεις ώστε να έχουν ένα αξιοπρεπές και δίκαιο φορολογικό σύστημα ώστε να εισπράττει καλύτερα τους φόρους, οι εκάστοτε υπουργοί οικονομικών να μπορούν να κρατάνε σε λογικά επίπεδα τις δημόσιες δαπάνες αποφεύγοντας καιροσκοπικές παροχές και ταυτόχρονα να στηρίζουν την ανάπτυξη ώστε η φορολογία και η κρατική επιχορήγηση να μην εμποδίζουν την ιδιωτική πρωτοβουλία να αναπτυχθεί και να δώσει ώθηση στο εγχώριο προϊόν.
* Ο συνήθης τρόπος για να μειωθεί το έλλειμμα είναι να χτυπηθεί η δημοσιονομική δαπάνη και να αυξηθεί η φορολογία, αυτό όμως είναι ένας αντιλαϊκός τρόπος ο οποίος γεννάει αναταραχές και ανασφάλεια οι οποίες επηρεάζουν και αυτές με την σειρά τους άμεσα τα spreads των δανείων που έχει προσυπογράψει η κυβέρνηση με αποτέλεσμα περαιτέρω ύφεση. Μόνο σε βάθος χρόνου ( Στο τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων η Αγγλία στις αρχές του 1800 η Αγγλία είχε σχέση ΑΕΠ/Χρέους = 200% για το οποίο χρειάστηκε ένας αιώνας για να κατεβεί στο 30% !!! την ιδία στιγμή η Ελλάδα του 2010 είχε σχέση ΑΕΠ/χρέος της τάξης περίπου 155% και καλείται να το μειώσει στο 110% μέσα σε μια επταετία!!!) και με καθοριστικές διαπραγματεύσεις με τους δανειστές μπορεί να καθορισθεί ένας χρονικός ορίζοντας που με χαμηλά επιτόκια δανεισμού, θα επιτρέψει στις κυβερνήσεις να ασκήσουν μια σωστή δημοσιονομική πολιτική αποπληρωμής του χρέους ενώ παράλληλα δεν θα πλήξει τις οικονομικές δυνάμεις του τόπου.
* Η ιδέα παραγραφής και άρνησης πληρωμών σίγουρα μπορεί να είναι ελκυστική αλλά καταδικάζει την χώρα αυτή στο μέλλον γιατί οι αγορές δεν θα εμπιστεύονται πλέον τις όποιες εκκλήσεις της για δανεισμό.
Αντί επιλόγου.
θα έλεγα πως αυτή η μικρή μελέτη έγινε γιατί θεώρησα αδιανόητο πως κάποιοι στην κυβέρνηση και στα οικονομικά κλιμάκια να μην ξέρουν αυτά τα θέματα, πως κάποιοι ''ΦΩΣΤΗΡΕΣ'' με δεκαπλάσιες (θεωρητικά) σπουδές από έναν μέσο οικονομολόγο σαν εμένα να αγνοούν τα θεμελιώδη στοιχεία της μακροοικονομικής επιστήμης και κατά συνέπεια να αγνοούν την καταστροφή του Ελληνικού Λαού. Θεώρησα αναγκαίο να αποδείξω ότι δεν πάμε καλά με επιστημονικά-οικονομικά επιχειρήματα χωρίς να χρωματίσω τις απόψεις μου αυτές ούτως ώστε να βγάλει ο καθένας ασφαλή συμπεράσματα. Το τι ακριβώς συμβαίνει αυτή την στιγμή στην Ελλάδα είναι λάθος αποφάσεις και αυτό αποδεικνύεται με αυτή την εργασία. Δεν θα σχολιάσω βέβαια γιατί σε αυτόν τον τόπο συμβαίνει σχεδόν πάντα να επιλέγεται και να εφαρμόζεται η λάθος απόφαση (λάθος μόνο εις βάρος του λαού και σωστό για κάποιους λίγους πέραν του έθνους) από την πολιτική ηγεσία του τόπου, αυτό είναι έργο δικό σας και όχι της εργασίας μου. Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνατε διαβάζοντας την.
Με τιμή Ι. Μ
Οικονομολόγος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
